Λονδίνο, 1848. Ξηµερώµατα. Ένας εργάτης 12 ετών καπνίζει και στον καπνό αντικρίζει στιγµιαία το πρόσωπο του Σπάρτακου. ∆εν τον αναγνωρίζει. Σβήνει το τσιγάρο και ενώνεται µε τους υπόλοιπους που βαδίζουν αργά προς το εργοστάσιο. Περιπλανιούνται πριν από τη βάρδια σαν φαντάσµατα. Και από πάνω τους πλανιέται ένα φάντασµα.
Μικρές ιστορίες χρωµατισµένες µε όλες τις αποχρώσεις του κατακόκκινου. Ιστορίες της στιγµής για τις στιγµές που ζυγίζουν έναν αιώνα καθεµιά. Αλλά και για τις άλλες, εκείνες τις καθηµερινές, τις ίδιες, τις ανούσιες και οδυνηρές.
Πως θα σου φαινόταν αν ότι μπορείς να φανταστείς γινόταν πραγματικότητα μπροστά στα μάτια σου; Έχε μόνο κατά νου πως κάθε όνειρο κρύβει μέσα του ένα άλλο.
Μικρές ζωές ανθρώπων, παγιδευμένων στη δίνη μιας μεγάλης καταστροφής. Μια μελαγχολική ιστορία για τις χαμένες πατρίδες και τη ματαιότητα της ανθρώπινης φύσης.
Μερικοί άνθρωποι είναι συνεχώς τσατισμένοι… και έχουν τους λόγους τους, όπως η Μαριάννα που δουλεύει σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο, όπου συχνάζουν πολιτικοί, μεγαλοδημοσιογράφοι και διάφορα άλλα λουλούδια. Αυτές είναι οι περιπέτειες της.